Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

εν ου παικτοίς


μια ιστορία για (όχι και τόσο) παιχνίδια

ζωγραφΧιά: Στεφανία Βελδεμίρη

KΑΝΕΝΑΣ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ από όσες και όσους διαβάζουν ή (θα) έχουν διαβάσει τη διήγηση που θα ξεδιπλωθεί στη γραφή ετούτη, δεν θέλω να πάθει κακό. Και δεν θα πάθει. Αλλά, αναγνώσταινες και αναγνωστάδες, να φυλάγεστε. Όσο περνάει από το δικό σας χέρι, να προσέχετε σεις που ξεκινάτε την ανάγνωση τώρα ή που, ακόμα χειρότερα, την έχετε ολοκληρώσει. Γιατί:
Αν φτάσεις διαβάζοντας μέχρι το τέλος μιας ιστορίας, τότε πια την έχεις μέσα σου την ιστορία. Σε συνοδεύει δια βίου. Πρακτικά, δηλαδή, μέχρι θανάτου. Είναι αυτό που οι αφηγητάδες δεν μολογάν –μολονότι όλοι τους το ξέρουν. Οι αφηγητάδες ξέρουν ότι: άπαξ και διηγηθούν μια ιστορία, η ιστορία λευτερώνεται από τον αφηγητή, σαν το μωρό που του κόβουν τον ομφάλιο λώρο, και αποκόπτεται από τη μήτρα που το γεννά. Ο αφηγητής λυτρώνεται από το βάρος τής ιστορίας, κι η ιστορία πάει και μπαίνει σ’ όσους τη διάβασαν ή την άκουσαν. Περίπου «μολύνει» όπως ένας ιός η ιστορία.
Και; Υπάρχουν επικίνδυνες ιστορίες; Ιστορίες που, έτσι και τις διαβάσεις στο χαρτί, μπαίνουν μέσα σου, και σε κάνουν στόχο δυνάμεων του κακού; Όχι. Αλλά, αν υπήρχαν, η ιστορία που θα ιστορηθεί αμέσως, θα ήταν μία από αυτές.
Εκείνο που ξέρω, είναι ότι εμένα με είχαν προγραμματίσει να βλάψω. Να προξενήσω πόνο, δυστυχία και συφορά. Και θα το έκανα. Θα το έκανα. Αλλά με κοίταξε με εκείνο το αθώο και άδολο βλέμμα εκείνο το παιδάκι. Και -εσείς έχετε κάθε δικαίωμα να τα θεωρείτε όλα τούτα ανοησίες- με εξάγνισε. Το βλέμμα τού μικρού παιδιού με εξάγνισε.
Με είχε αγοράσει μια εξηντάρα κυρία, η οποία είχε κολλημένο στο πρόσωπό της ένα ψεύτικο, δηθενικό, χαμόγελο. «Θα το πάω δώρο στο εγγονάκι μου», είχε πει πληρώνοντας στον ταμία τού μαγαζιού, και ευχαρίστησε με το κατασκευασμένο, αληθοφανές, χαμόγελό της. Σπίτι της, αργότερα, άρχισε να με διαβάζει με κάτι ακαταλαβίστικα λόγια, και να με τρυπάει με μεγάλες βελόνες περίτεχνα, ώστε να μη φαίνονται οι μετρημένες τρύπες που μου έκανε. Μου φόρεσε για λίγο κι ένα αγκαθόπλεχτο στεφάνι στο κεφάλι. «Τώρα είσαι έτοιμος», την άκουσα, τέλος, να λέει.
Τα φέρνω στον νου μου όλα αυτά έχοντας στο πλάι μου το τρίχρονο παιδάκι που με εξάγνισε, το οποίο με θέλει πάντα στο κρεβάτι του, αλλιώτικα δεν το παίρνει ο ύπνος. Ξώφαλτσα κατέληξα εδώ. Από λάθος. Και, από σπόντα, θα έκανα κακό στο παιδάκι το τωρινό. Γιατί η εξηντάρα κυρία με είχε ετοιμάσει να κάνω κακό στο δικό της εγγονάκι.
Το οποίο θα παίζει αμέριμνο στο σπίτι του κάπου στην Καλαμαριά. Δεν θα είχε γεννηθεί αυτό το εγγονάκι. Η γιαγιά του (η εξηντάρα κυρία που με αγόρασε) ποτέ δεν χώνεψε τη νύφη της. Κι ας της έκανε πάντα την καλή. Πλαστή ευγένεια ενός φιδιού που ξεγελάει.
Δέκα χρόνια παντρεμένος ο γιος της ο μονάκριβος, ο Σήφης, με τη Νανώ, και δεν είχαν πιάσει παιδί. Και οι αναποδιές χτυπούσαν την πόρτα τους απανωτά. Ανάσα δεν προλάβαιναν να πάρουν. Η Νανώ να μη στεργιώνει σε δουλειά. Ο πατέρας της να παλεύει με τον καρκίνο. Η μάνα της; Χτυπημένη από άνοια. Ο αδερφός της πνίγηκε στην μπανιέρα, άγνωστο πώς. Ο Σήφης είχε χάσει μια περιουσία στο Χρηματιστήριο. Πονοκέφαλοι τον καθήλωναν κάθε τόσο -ανεξήγητοι-, χωρίς κανένας γιατρός να είναι σε θέση να προσδιορίσει αιτία ούτε θεραπεία. Μια μέρα, ψιλοκόβοντας κρεμμυδάκι, παραλίγο να χάσει το δάχτυλό του. Και το σπίτι τους έβγαζε μόνιμα υγρασίες. Παράτησαν κάθε προσπάθεια να βρουν την πηγή τής υγρασίας.
Θα είχαν παρατήσει και κάθε προσπάθεια να αναζητήσουν και την πηγή κάθε κακοδαιμονίας τους, αν η Νανώ δεν είχε παρατηρήσει ότι, κάθε φορά που άλλαζαν μαξιλάρια στον ύπνο, και ο Σήφης έπαιρνε το δικό της, κι αυτή τού Σήφη, άρχιζε η ίδια να ταλαιπωρείται από φριχτούς πονοκεφάλους. Ενώ ο Σήφης ηρεμούσε από τον πόνο.  Η παρατήρηση αυτή ήταν που την έκανε να ανοίξει το ένα από τα μαξιλάρια, δώρα τής πεθεράς της. Κόντεψε να μείνει στον τόπο, όταν είδε μέσα του ένα μάτσο τρίχες, κλαράκια, μια παραμάνα μικρή, κι ένα χαρτάκι με έναν σταυρό ανάποδο.
Κι η Νανώ, που ουδέποτε πίστευε σε Χριστούς, ξόρκια, ξεματιάγματα μήτε μάγια, μια-και δυο, πήγε στον παπά τής περιοχής της, στην Καλαμαριά. Του απήγγειλε τα καθέκαστα, και του παρέδωσε τα σέα και τα μέα τού μαξιλαριού, θαρρώντας ότι ο παπάς θα εκπλαγεί. Μα ο παπάς, παλιός παπάς, γερούλης και με πείρα, το είχε ξαναδεί το έργο. Της έδειξε πέντε ολόκληρα χαρτοκιβώτια από παρόμοιο σταφ. Τρίχες, κουκλάκια, κοκαλάκια, σουπαμούπες.  Της είπε ότι καλά έκανε που του το παρέδωσε, ότι το σωστό είναι, αφού τα «απο-δυναμώσει» διαβάζοντάς τα, να τα βάλει μαζί με τα υπόλοιπα, στα χαρτοκιβώτια, για να μείνουν στην εκκλησία. Τα διάβασε ο παπάς τα περιεχόμενα του μαξιλαριού της Νανώς και του Σήφη, τα κράτησε, και έστειλε τη Νανώ «στην ευχή τού Θεού και της Παναγιάς».
Όσο για τον Σήφη, μολονότι κλασικός μαμάκιας, άρχισε να δαγκώνεται μετά το περιστατικό αυτό. Η Νανώ τού τα εξήγησε όλα χαρτί και καλαμάρι, και ο Σήφης δεν δεχόταν πλέον το παραμικρό από τη μάνα του, την άλλοτε πολυαγαπημένη. Με το που ξέκοψαν από τη μάνα του, ήρθε και το πολυαναμενόμενο παιδί.
Εδώ είναι που μπαίνω στο κάδρο εγώ, όταν με αγοράζει η μάνα τού Σήφη και πεθερά τής Νανώς για τα τέταρτα γενέθλια του γιου τους, του Μάνου. Η Νανώ, ψυλλιασμένη για τα καλά, με πηγαίνει στον παπά (κατά τα γνωστά), παπάς λείπει, καντηλανάφτης Αλβανός με παραλαμβάνει, χωρίς να πολυέχει καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Καντηλανάφτης με πασάρει δώρο για τα τρίτα γενέθλια του ανιψιού του. Του παδιού που με εξάγνισε, του Πύρρου. Και που ήμουν έτοιμος, κουρδισμένος από την μάνα τού Σήφη, να βλάψω. Από καραμπόλα. Γιατί είχα τα μάγια μέσα μου. Μα δεν μπόρεσα. Δεν μπόρεσα να νικήσω το αθώο κι αναμάρτητο βλέμμα του.
Μπούρδες. Τι κακό θα μπορούσε να κάνει ένας λούτρινος αρκούδος

Winnie-the-Pooh;
(και για την αντιγραφή: Γιάννης Γ. Σημαντήρας)

Για την ιστορία, Πύρρος και Μάνος μεγάλωσαν. Συναντήθηκαν, εικοσάχρονοι πια, σε έναν αγώνα μπάσκετ. Σε μια διεκδίκηση για ριμπάουντ, πώς στα κομμάτια προσγειώθηκε ο ένας πάνω στο πέλμα τού άλλου, αυτό δεν γίνεται λένε οι ειδικοί, και τη γλίτωσαν φτηνά με διαστρέμματα. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Πύρρος δεν πρόσεξε, και πήρε παραμάζωμα τον Μάνο με το αυτοκίνητό του, τσαλαπατώντας τον θανάσιμα. Η γιαγιά τού Μάνου λένε ότι τρελάθηκε. Πύρρος αυτοχτόνησε με αυτο-απαγχονισμό. Όλα αυτά, για την ιστορία και μόνο…

--------------------------------------------------------------------------------------------------
Την ιστορία την έγραψα για πολύ καλό νέο περΓιοδικό. Ζήτησα από τη Στεφανία Βελδεμίρη να την εικονογραφήσει. Οι φίλοι στο περΓιοδικό έκριναν ότι το εικαστικό τής Στεφανίας δεν ταιρΓιάζει στη φυσΧιογνωμία τού περΓιοδικού. Αρνήθηκα να δημοσΧιευτεί το κείμενο, χωρίς το εικαστικό. Κι έτσι, ιστορία + εικαστικό έλαβαν την άγουσα για εδώ.

ΓΣ

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

you butthole is mine

ΜΕ ΤΗΝ ANGEL γαμιόμαστε εδώ και κάμποσα χρόνια. Το ξεκινήσαμε για τη χαρά τού ξεσκίζματος. Στην πορεία, η Άντζι άρχισε να αναπτύσσει και συναίσθημα για μένα. Μολονότι εγώ τής είχα ξεκαθαρίσει ότι δεν πιστεύω σε αγάπες και λουλούδια, παρά μόνο σε σαρκικούς εξτρεμιζμούς. Κλείναμε τα ραντεβού μας για συμφωνημένα γαμήσια. Και η Angel άφηνε την αγάπη της για μένα να σιγοβράζει μέσα της. Πού και πού, δεν άντεχε. Και μου έλεγε ότι είναι ερωτευμένη μαζί μου. Ε, ας ήταν. Ας μην το ποινικοποιήσουμε κι αποπάνω. Aρκεί να μην ειπωθεί η λέξη-ταμπού: σχέση. Γιακ.
Και τα χρόνια περνούσαν. Και γω είχα αναπτύξει, ξεκώλιαζμα με το ξεκώλιαζμα, μια εμμονή με την κωλότρυπά της. Την είχα για πατρίδα μου. Για εστία μου και για φωλιά μου. Άλλοι άντρες αγωνιούν και αγωνίζονται να επιστρέψουν στη μήτρα τής μητρός τους. Εμένα, ο αρχέγονος οίκος μου, η μόνη μου πατρίδα, ήταν τής Angel η κωλοτρυπίδα.
Με τη σταθερή επιμονή μου ότι όλα είναι γαμήσι, τσόντα και hardcore, μάλλον μάρανα ή έθεσα σε καταστολή την αγάπη τής Έιντζελ για μένα. Τα γαμήσια μας γερά κρατούσαν. Και τα χρόνια περνούσαν.
Ώσπου μια ωραία πρωία, διαβολική επιφοίτηση με έπληξε κι άρχισα να έχω συμπτώματα ερωτευμένου προς την Έιντζελ. Της τηλεφωνούσα ελεγκτικά, τη ζήλευα ανεξέλεγκτα, νοιαζόμουν για το τι έφαγε και πόσες ώρες κοιμήθηκε. Τα κατά συνθήκη των ερωτευμένων. Ποιος; Εγώ ο υπέρμαχος της ακραίας λιμπιντικής εκτόνωσης χωρίς δέσιμο και άλλες υποχρεώσεις.
Αλλά τού Άγγελού μου η αγάπη για μένα είχε πέσει σε χειμερία νάρκη. Εγώ το είχα προκαλέσει αυτό. Τότε ήταν που οι όροι ήρθαν καπάκι, και εγώ δεν σταματούσα να κλαψουρίζω και να δηλώνω τον έρωτά μου και την αφοσίωσή μου. Και τα λοιπά. Των καψούρηδων.
Με τούτα και με τα άλλα, η Έιντζη άρχισε να νιώθει πιεζμένη. Σταμάτησε να εκδηλώνει την αγάπη της για μένα, κι αυτό εμένα με σκύλιαζε. Ίσως να ήταν πια αργά. Ίσως να ήταν το κλασικό πρόβλημα μεταξύ των εραστών: η έλλειψη συντονιζμού των διαθέσεων.
Η Έιντζ πάντα προσερχόταν στα αφηνιαστικά κρεβατικά πάρτι μας. Όλο και πιο αποφασιζμένη για ακρότητες. Όλο και πιο τρυφερή συνάμα. Εξ ου και είχαμε σκαρώσει τον όρο tendercore για τα γαμήσια μας. Αλλά δεν ξεστόμιζε ότι είναι ερωτευμένη, σε αντίθεση με μένα που είχα γίνει κραυγαλέα καψούρης. Αυτό με διέλυε και ροκάνιζε τα σωθικά μου. Και, παρότι η Angel ουδέποτε (ουδέποτε!) με έστειλε, εμένα με έπιασε μια μανία φυγής. 
Ένα ζεστό βράδυ τού Σεπτέμβρη, σαν το αποψινό καληώρα, με φωνές και νεύρα στο τηλέφωνο, ανήγγειλα με στόμφο την αποχώρησή μου σε μια αποζβολωμένη Angel.
Όλο το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι. Μαλακίστηκα καμιά πέντε φορές με το κωλάντερο της Έντζι. Ξημερώματα, ανακουφιζμένος, αδειαζμένος και χαμογελαστός, σαν όλους τους βλαμμένους, της στέλνω εσεμέσι-ακτινογραφία τής ψυχής μου:
Angel, η κωλοτρυπίδα σου έχει σώσει τη ...σχέση μας δια παντός.

ΓΣ

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

χριστουγεννιάτικη ιστορία

Η ΛΙΖ ΚΙ Ο ΤΟΝΤ. Μοναδικοί εν ζωή «απόφοιτοι» της ‘Γαλήνης’, ενός «ασύλου για ψυχικά διαταραγμένους». Στην πραγματικότητα, κάτω από τον υπότιτλο ‘Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους’, ο οποίος συνόδευε το ‘Γαλήνη’ (‘Γαλήνη’/Άσυλο για Ψυχικά Διαταραγμένους), κρύβονταν οξύτατες, ανίατες περιπτώσεις. Η ‘Γαλήνη’ χάσκει στη μέση τού πουθενά, όπως, σχετικά παραστατικά, έχει επικρατήσει να λέμε. Στην έρημο την αμερικανική. Σε κάποιο απομονωμένο ελληνικό νησάκι. Τι σημασία να έχει πια; Η ‘Γαλήνη’ γαληνεύει παντέρημη και παρακμάζουσα. Σοβάδες της ξεφτίζουν/ταβάνια στάζουν κάθε που βρέχει/τούβλα προβάλλουν σαν δόντια απειλητικά σε στόμα γριάς ξεδοντιάρας/παράθυρα και παραθυρόφυλλα βροντάνε, διαταράσσοντας την εκφυλιστική μακαριότητα. Κλειστή και σφαλισμένη από καιρό, η ‘Γαλήνη’ οδεύει γηράσκοντας προς το βάθος τού χρόνου.

Οι τρόφιμοί της έχουν αποχωρήσει από τα επίγεια. Όχι πως είχαν και σφιχτή σχέση με τα γήινα. Ο νους τους έκανε πανιά για άλλες διαστάσεις, ακατάληπτες από τους πολλούς. Πέρσι, με έναν ανακουφιστικό, τελικό επιθανάτιο ρόγχο, τερμάτισε ο Τζακ. Ο μόνος, μετά το ζεύγος Λιζ και Τοντ, εναπομείνας ασθενής. Ο Τζακ δεν αξιώθηκε να τα κατοστήσει, όπως του ευχόντουσαν στα παιδικά γενέθλια συγγενείς και φίλοι. Ενενηνταεννιά ετών και ενενήντα εννιά ημερών. Ταιριαστό φινάλε για τον Τζακ, ο οποίος είχε -όπως πειραχτικά έχασκαν οι θεράποντές του- «τη νόσο τού ενενηνταεννιά». «Όλα είναι ενενηνταεννιά!», βραχνοτσίριζε συνεχώς (μέχρι να φάει την ηρεμιστική ένεσή του, και να λουφάξει στη γωνία κουλουριασμένος).

Η Λιζ κι ο Τοντ, λες και έχουν συναίσθηση μιας βαριάς ευθύνης να συντηρούν ένα κτίριο-φάντασμα και να συνεχίζουν μια αόριστη παράδοση, κάθε Χριστούγεννα σκουπίζουν τη μεγάλη σάλα τής ‘Γαλήνης’. Ξεσκονίζουν τα λιγοστά έπιπλα, που δεν έχουν λεηλατηθεί. Έχουν φτιάξει μελομακάρονα. Πάντα δέκα. Όσοι και οι τρόφιμοι της τελευταίας φουρνιάς. Συμβολικά. Έτσι και φέτος. Η Λιζ, ο Τοντ και τα δέκα μελομακάρονα, ανήμερα στις 25 Δεκεμβρίου στην κεντρική σάλα τής ‘Γαλήνης’. Το τελετουργικό έχει στάνταρ ως εξής: Η Λιζ κι ο Τοντ θα σερβίρουν τις ξεχαρβαλωμένες πια, άδειες, πολυθρόνες. Ένα γλυκό απάνω σε κάθε πολυθρόνα. Τιμής ένεκεν. Η Λιζ λέει ότι οι ψυχές των νεκρών συντρόφιμων πεινάν, και ξαναγυρίζουν στα γνώριμα μέρη, τριγυρίζουν στις γιορτές στα γνώριμα μέρη, αναζητώντας τροφή, απόδοση τιμής και απόδειξη μνήμης. Δέκα πολυθρόνες με μελομακάρονα. Σε δύο από αυτές, αντικριστά και χαμογελαστά, κάθονται Λιζ και Τοντ. Ψέλνουν την ‘Άγια Νύχτα’. Και κριτσανίζουν, πιο πολύ πιπιλίζουν, χωρίς δόντια καθώς είναι, τα λιγωτικά μελομακάρονα. Πού και πού, ρίχνουν καμιά κλεφτή ματιά στις πολυθρόνες. Όχι μόνο δεν τρομάζουν, αλλά ικανοποιούνται με αυτό που βλέπουν. Εφτά μελομακάρονα, λιγοστεύουν κάτω από ήχους μασήματος, σιγά-σιγά. Ώσπου οι πολυθρόνες τους θα μείνουν αδειανές, μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα και πάλι. Ένα μελομακάρονο φεύγει μόνο του, σβουριχτό προς το πάτωμα με τα ασπρόμαυρα, μεγάλα πλακάκια. Ο Τοντ σαστίζει. Η Λιζ γελά. «Ο Τζακ, Τοντ. Δεν θυμάσαι που σιχαινόταν τα μελομακάρονα;».-

Γιάννης Γ. Σημαντήρας, Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

μην το κουράζουμε

ειχα μπουχτισει τις περικοκλαδες των ανθρώπων, και κυρίως των αντρών. Δεν έχω χρόνο για χάσιμο, ρε μαλάκες. Γουστάρετε να με γαμήσετε; Ε, γιατί δεν μου το λέτε κατάματα, να τελειώνουμε μια ώρα νωρίτερα; Το πολύ το μπίρι-μπίρι το βαρΓιέται κι ο μπιριμπιριστής.
Δεν σου το γυροφέρνουν απέξω-απέξω όλα τα αντρόνια, αλλά πολλά, πάρα πολλά, είναι έτσι. Τις προάλλες, είχαμε βγει με έναν νοστιμούλη τριαντάρη σε ένα σκατοπιάνο-μπαρ (ποιος τού είπε ότι γουστάρω τη χαμηλή μουσική και τα χαζοψευτορομαντικά; ποιος τού μήνυσε ότι δεν έχω καύλες για χοντρά ξεσκίσματα; άμα λάχει, να τον στραπονιάσω κιόλας!), και να σου τα μάτια μου είναι πολύ ωραία, να σου τα χέρΓια μου είναι ποιητικά, να σου το χαμόγελό μου είναι, πώς στο δΓιάλο το έλεγε, αχά: μικρή αστραπή γοητείας! Γελούσα, μωρέ. Καλός ήτανε, καλά τα έλεγε. Μόλις ξεμπερδέψαμε από το κωλοπιανοσκατάρ, με πιάνει χέρι-χέρι, και βαδίζουμε σπίτι. Σωστός, αλλά αργούσε. Κι ήταν ωραίος, λάγνος, ο τσογλανάκος. Άσε που μοσχοβολούσε. Ήταν έτοιμος να με καληνυχτίσει (σαν τον τελευταίο καληνυχτάκια της σειράς), όταν τον αρπάζω από τα αρχίδΓια στην είσοδο της πολυκατοικίας και, έτσι γραπωμένο, τον σέρνω μέχρι το ασανσέρ, κι αποκεί στο διαμέρισμά μου. Μην το κουράζουμε. Θα γαμηθούμε, ρε μπήχτη μου; Του λέω. Λένε οι γραφιάδες και οι μιντιάδες σαν έτοιμος από καιρό. Μαλακία έκφραση. Ντεμέκ ποίηση κι έτσι. Αλλά ο ταυράκος τούτος ήταν όντως σαν έτοιμος από καιρό. Με έριξε στα τέσσερα και μου έριξε καναδΓυο ξεγυρισμένους πούτσους. Στον αποχαιρετισμό, μου πέταξε Ναι, έχεις δίκιο, δεν πρέπει να το κουράζουμε, και απήλθε χαμογελαστός ο πούστης. Μαθαίνει γοργά, αν μη τι άλλο. Fastlearnιλίκι.
Χτες βράδυ, συναντήθηκα με έναν παλιό συμμαθητή, που είχα καταλάβει ότι από το Λύκειο ήθελε να με σκίσει. Ποτό στο ποτό, άρχισε να με πλευρίζει. Πολύ κυρΓιελέησον, ρε μάγκα μου. Και, ναι, Ευγενίτσα μου, όσο μεγαλώνεις, τόσο ομορφαίνεις, και ναι, θυμάσαι τα παλιά στο σχολείο και άλλα παρόμοια. Άσε, γίγα, του κάνω. Μην το κουράζουμε. Δεν είμαι σε φάση απόψε. Μάλλον δεν σε κάνω και κέφι γενικά. Δεν το καλοχώνεψε εύκολα, αλλά την έκανε γρήγορα, και γλιτώσαμε κι οι δύο την άσκοπη σπατάλη χρόνου.
Είτε οδηγηθούμε στο κρεβάτι, κύριος, είτε πάρουμε έκαστος τη στράτα του, να είμεθα σταράτοι και ταχείς. Να μην το κουράζουμε. Να πούμε τη σκέψη μας. Ντιρέκτ, ρε. Ξέρω, δεν σκέφτονται όλες οι γκόμενες έτσι, δεν σκεφτόμουν ούτε εγώ έτσι, αλλά καθώς περνάν τα χρόνια, ο χρόνος, συνειδητοποιείς, δεν είναι απεριόριστος. Και το παίρνεις απόφαση: Για να το κουράζουμε είμαστε;
Χτες βράδυ, στο ρουχάδικο που δουλεύω, με πλησίασε ένας σαραντάρης. Γοητευτικός. Λιγομίλητος. Οι λιγομίλητοι είναι πάντα πρόκληση. Και ρίσκο. Ή τζούφΧιοι θα σου βγουν. Ή μεγάλο λαχείο! Αλλά, είτε έτσι είτε αλλιώτικα, σε προκαλούν να τους ξεγυμνώσεις, ψυχικά και γενικά. Να μην το κουράζω με αναλυτικές περιγραφές, δεν αργήσαμε (δεν το κουράσαμε), και χωρίς καν να το καταλάβω, βρέθηκα με την ψωλή του μες στο μουνί. Στην τρίτη διείσδυση (την πιο γλυκιά), βγαίνει έξω μου, και αρχίζει κάτι χαζά: Τι άλλα νέα εσύ; Πώς πάει η ζωή; Χέστηκα για το αν τον τσίμπησε έντομο, και έπαθε οξεία χαζομαρίαση. Εγώ ήθελα μονάχα να μου την (ξανα)χώσει. Μαν, δεν αφήνουμε τα χαζά; Οι ντροπές σε πιάσαν; Μην το κουράζουμε. Για να γαμηθούμε δεν ήρθαμε σπίτι σου;
Όχι, ρε Ευγενία, μου αμολάει. Να το κουράσουμε λίγο. Σου τη χρωστάω λίγη κούραση. Θυμάσαι, δέκα χρόνια πριν, όταν σε είχα πλησιάσει σε μια συναυλία, και, εντυπωσιασμένος από την κωλάρα σου, σου μίλησα (για τρία λεπτά, όχι για περισσότερο), και σου πρότεινα, νέτα-σκέτα, να σου τη χώσω στην κωλάρα, γιατί τέτΧοιο κωλί δεν βρίσκεται καθημερινά; Θυμάσαι πώς μού έψησες το ψάρι για πέντε εβδομάδες, και τελικά βαρέθηκα και την έκανα παταγωδώς; Βγαίναμε έξω, κι εγώ σού έλεγα να πάμε στο κρεβάτι, κι εσύ μού έλεγες να μην είμαι τόσο ντιρέκτ και να περιμένω να γνωριστούμε. Πρώτα να γνωριστούμε. Μετά, έμαθα από έναν φίλο που τον γάμησες, ότι είχες κάνει σημαία σου το μην-το-κουράζουμε, και μου ήρθε έκπληξη. Σου τη χρώσταγα, Ευγενία. Σου την είχα φυλαγμένη. Ε, λοιπόν, ας το κουράσουμε λίγο μεταξύ μας. Για να είμαστε και πάτσι. Ξέρεις πού θα με βρεις, αν θες. Καληνύχτα, είπε, μου έδωσε τα ρούχα μου στο χέρι, και με οδήγησε στην έξοδο.

ΓΣ

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

H Mεταμόρφωσή της


Σε αυτή τη φωτογραφία τού -ευγενέστατου- Γιάννη Πάτρα, είμαστε με την Tad Lansdale.

Η Ταντ έχει γράψει στα αγγλικά (δηλαδή στα αμερικανικά) το βιβλίο, με τίτλο Η Μεταμόρφωσή μου.

Είχα την απόλαυση να διαβάσω πρώτος τη μετάφρασή του στα ελληνικά, καθώς το διόρθωσα και το επιμελήθηκα, τυπογραφικά, αλλά και γενικά.

Μόνο να βρω χρόνο, να αφιερώσω δυο κουβέντες σε αυτό το φωτισμένο βιβλίο.

Για την ώρα, ευχαριστίες και χαιρετισμούς: στην Ταντ Λάνστεηλ, τον Σίμο Σαλτιέλ, την Ελίνα Στελετάρη, τον Γιάννη Πάτρα και, last-not least, τη Randy Warner.

Μore to come (hopefully)...

ΓΣ

Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

της ψευδούς ελπίδος το ανάγνωσμα

κέρνα μας λίγη ελπίδα-
πούλησέ μας μια χαρά-
διώξε αυτήν την καταιγίδα-
μακριά.

τάισέ μας ένα ψέμα-
από αυτά τα πειστικά-
τα ωραία, τα μεγάλα-
τα παραπλανητικά.

χάρισέ μας κι άλλα λόγια-
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα-
θα τα φάμε, τα μασάμε-
σαν τα μηρυκαστικά.

μηρυκάζουμε ελπίδες-
ψέματα παρηγορητικά-
σιχαινόμαστε τους ψεύτες-
και τους παρηγορητές.

ΓΣ